SQLSTATE[HY000] [2013] Lost connection to MySQL server at 'reading initial communication packet', system error: 0 σατανάς


σατανάς

Τίτλος ελληνικών σατιρικών εφημερίδων της Ερμούπολης (1868), της Αθήνας (1871), της Κέρκυρας (1876), του Βόλου (1882), των Τρικάλων (1884), της Ζακύνθου (1895), της Μυτιλήνης (1911) και της Δράμας (1925).
* * *
ο / Σατάν, ΝΜΑ, και Σατᾱν ΜΑ
εκκλ. ο άρχοντας τών πονηρών πνευμάτων, ο διάβολος, ο εωσφόρος
νεοελλ.
1. μτφ. α) άνθρωπος πονηρός, πανούργος
β) άνθρωπος διαβολικός, καταχθόνιος
2. φρ. «πίσω μου σέ έχω σατανά!» — λέγεται όταν κάποιος βρίσκεται αντιμέτωπος με έναν πειρασμό και προσπαθεί μάταια να τόν αποφύγει
αρχ.
αντίδικος, αντίπαλος, επίβουλος, εχθρός («καὶ ἤγειρε κύριος Σατὰν τῷ Σαλωμὼν τὸν Ἄδερ», ΠΔ).
[ΕΤΥΜΟΛ. < εβρ. sātān «εχθρός». Ο τ. έχει αποδοθεί στην Ελληνική με τη λ. διάβολος* (< διαβάλλω)].

Dictionary of Greek. 2013.

Look at other dictionaries:

  • σατανάς — ο сатана, дьявол – начальник злых ангелов, сопротивляющийся воли Божьей; ΦΡ. ύπαγε οπίσω μου σατανά! (Ματθ. 16, 23) отойди от меня, сатана! (Мф. 16, 23). см. διάβολος Этим. < евр. satan «противник, враг» …   Η εκκλησία λεξικό (Церковный словарь Назаренко)

  • σατανάς — [сатанас] ουσ. а. сатана …   Λεξικό Ελληνικά-ρωσική νέα (Греческо-русский новый словарь)

  • Σατανάς — ο (λ. εβρ.) 1. ονομασία του διαβόλου. 2. μτφ., άνθρωπος κακός και πονηρός …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • Σατανᾶς — Σατάν adversary masc nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διάβολος — ο дьявол, черт, бес, сатана, см. σατανάς Этим. дргр. первоначальное значение «клеветник» < διαβάλλω «клеветать, сеять рознь». В Септуагинте слово употребляется для передачи значения евр. σατανας «сатана» (см. σατανάς). В Новом Завете оба слова …   Η εκκλησία λεξικό (Церковный словарь Назаренко)

  • сатана — др. русск. сатана σατανᾶς (ХIV в., Срезн. III, 263), также ст. слав. сотона, русск. цслав. сотона (Остром., Мар., Зогр., Еuсh. Sin., Супр.); см. Дильс, Aksl. Gr. 117 и сл.; древнее заимств. из греч. σατανᾶς от др. еврейск. sāṭān; см. Фасмер,… …   Этимологический словарь русского языка Макса Фасмера

  • διάβολος — I Κακό και βλαβερό πνεύμα, που εμφανίζεται σε όλες τις θρησκείες και είχε πλούσιες περιγραφές στην κλασική λογοτεχνία, στα κείμενα της Παλαιάς και της Καινής Διαθήκης και στα έργα παλαιών χριστιανών συγγραφέων. Η λέξη δ. σημαίνει συκοφάντης και… …   Dictionary of Greek

  • διάτανος — και διάοτσος και διάσκατζος, ο (σε ηπιότερη έκφραση) διάβολος, σατανάς. [ΕΤΥΜΟΛ. Η λ. διάτανος από συμφυρμό τών διάβολος και σατανάς] …   Dictionary of Greek

  • εωσφόρος — I Βιβλικό πρόσωπο. Ο αρχηγός των αγγέλων, που κυριεύτηκε από αλαζονεία και κατέπεσε από τη θέση του μαζί με το 1/3 των αγγέλων και έγινε διάβολος, σατανάς και πνεύμα του κακού (Αποκάλ. Ιωάννη ιβ’, 4 και Λουκά ι’, 18). II Μυθολογικό πρόσωπο. Γιος… …   Dictionary of Greek

  • πειρασμός — Η επιθυμία να κάνει κάτι κάποιος το οποίο αποδοκιμάζει. Η έμφυτη ορμή προς κάτι κακό. Ο διάβολος, ο Σατανάς. Χαρακτηριστικό γυναίκας που προκαλεί ερωτική επιθυμία (μεταφορ.). Η χριστιανική θρησκεία θεωρεί τον π. απότοκο του προπατορικού… …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.